αἰζηός

αἰζηός
Grammatical information: adj.
Meaning: unknown; `strong'? (Il.).
Other forms: Also αἰζήϊος; αἰζήεις (Theopomp. Col.), αἰζᾶεν εὑτραφες βλάστημα H
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Danielsson De voce αἰζηός (Upsala 1892) gives no definitive answer. The gloss suggests connection with ἀεὶ and ζῆν, which may be folk etymology (DELG). (Wrong Fur. 234: to Αἴσηπος.)
Page in Frisk: 1,36

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιζηός — αἰζηός, ο (Α) 1. ως επίθ. ρωμαλέος, δυνατός, δραστήριος 2. ως ουσ. άνδρας, πολεμιστής, παληκάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας, όπως αβέβαιη είναι και η ακριβής σημ. τής λ. Η επικρατέστερη άποψη (τού Danielsson), που παράγει τη λ. < *αἰζα Fos… …   Dictionary of Greek

  • αἰζηός — in full bodily strength masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηόν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem acc sg αἰζηός in full bodily strength neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖο — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖς — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖσι — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖσιν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοί — αἰζηός in full bodily strength masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῦ — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηούς — αἰζηός in full bodily strength masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηῶν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.